[0:08]τι ρόλους θα μπορούσε ή θα έπρεπε ή απαιτείται να αναλάβει το συνδικαλιστικό κίνημα. Αποστόλη εσύ έχεις ασχοληθεί με αυτό το θέμα. Ποια είναι τα βάρη του παρελθόντος που κουβαλάει ο συνδικαλισμός με τη μορφή που τον γνωρίζουμε και σε ποιες αναγκαιότητες καλείται να ανταποκριθεί. Τι μέλλον και τι μορφή θα μπορούσε να έχει ο συνδικαλισμός στις νέες μορφές εργασίας. Θα μπορούσε ο συνδικαλισμός να ξαναγίνει ελκυστικός όπως ήταν μπορεί όχι το για το 100% των εργαζομένων, αλλά για πολύ μεγαλύτερα ποσοστά εργαζομένων πριν από μερικές δεκαετίες. Λοιπόν, ευχαριστώ πολύ για την για την πρόσκληση. Είναι προφανές ότι ο χώρος, ένας τέτοιος χώρος διαλόγου αποδεικνύει περιττέρα να τη στεγασμένη και μη, μπορούμε να έχουμε μια εποικοδομητική συζήτηση για αυτά τα ζητήματα. Αν όχι η αριστερά, ποιος θα συζητήσει αυτά τα ζητήματα Και κυρίως αισθάνομαι την ανάγκη να επισημάνω ότι η αισιοδοξία προέρχεται κυρίως από το γεγονός ότι ο χώρος διαλόγου της αριστεράς, η αριστερά αποφασίζει να μιλήσει για ένα θέμα το οποίο είναι λίγο δεμοντέ. Πριν απαντήσουμε στο ερώτημα που έβαλε ο Κώστας, αν είναι και πώς πρέπει να είναι για τους εργαζόμενους ελκυστικά τα συνδικάτα, θα πρέπει να κάνουμε μια ερώτηση. Είναι ελκυστική η συζήτηση για την εργασία και το συνδικαλισμό μέσα στην αριστερά. Θέλω να μοιραστώ μαζί σας μια αγωνία, την οποία έχω έτσι διατυπώσει και σε άλλες αφορμές, ότι το ζήτημα της εργασίας, των εργασιακών σχέσεων που ανέπτυξε και ο Διονύσης πριν και του ίδιου του συνδικαλισμού έχει λίγο υποπροτεραιοποιηθεί να το πω λιγάκι έτσι κομψά στις τάξεις της αριστεράς. Ιδίως σε σε μία χώρα όπως είναι η η Ελλάδα. Δεν νομίζω ότι πρέπει να κρυβόμαστε, πρέπει να ομολογήσουμε ότι τα τελευταία χρόνια, ακριβώς επειδή το εργατικό κίνημα και η αριστερά έχουν υποστεί μία στρατηγική ήττα σε σχέση με τα κοινωνικά δικαιώματα. Τα ζητήματα της εργασίας, της οργάνωσης του συνδικαλισμού και ευρύτερα του εργατικού κινήματος έχουν έρθει λίγο πιο πίσω. Η βιβλιογραφία, κυρίως σε χώρες όπως είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, αλλά και η Γαλλία, εκεί όπου υπήρξαν πολύ δυσάρεστες έτσι εκλογικές ε ε διαδικασίες, παρά τις μάχες που δίνουν οι εργαζόμενοι και στις δύο χώρες, κυρίως στη Γαλλία. Νομίζω ότι καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ακριβώς επειδή στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων έχει υποστεί ο κόσμος της εργασίας με τεράστια υποχώρηση και ήττα. Η αριστερά επενδύει ολοένα και περισσότερο στα ζητήματα των δικαιωμάτων, της ταυτότητας και άλλων προτεραιοτήτων, ακριβώς διότι νιώθει ότι έχει χάσει την την μάχη των μαχών, τη μάχη για τις για για την εργασία. Αν δούμε λίγο στην στην Ελλάδα το συνδικαλισμό, να κάνουμε ένα άλμα στη χώρα μας, είναι προφανές ότι από το 2010 τουλάχιστον και μετά, υποστηρίζω την άποψη ότι η παθογένειση υπάρχουν, θα απαντήσω και σε αυτό, πριν από την οικονομική κρίση. Αλλά μετά το 2010 είναι βέβαιον ότι τα συνδικάτα δεν μπορούν να επιτελέσουν τον ιστορικό τους ρόλο, να προστατέψουν τον κόσμο της μισθωτής εργασίας και τα χαμηλότερα εργατικά στόματα εν γένει και κυρίως να υποσχεθούν την βελτίωση των όρων και των συνθηκών εργασίας. Αυτή η συνθήκη ε διατηρήθηκε στα πρώτα χρόνια της μεγάλης ύφεσης. Μέχρι και το 2018-19 και φαίνεται ότι παγιώνεται σε μια νέα εργασιακή συνθήκη μέχρι και σήμερα. Πρέπει λοιπόν να ξεκινήσουμε από αυτήν την την την παραδοχή. Από την άλλη, θα λέει κανείς ότι συγκρίνοντας κανείς τα προγράμματα, τα εκλογικά αν θέλετε της αριστεράς, αλλά και της διακυρήξεις αυτής της σημερινής συγκυρία συγκλίνουν σε μία κατά τη γνώμη μου επικίνδυνη συνθήκη. Ως σαν να πρέπει το κράτος να επανέρθει ως εγγυητής μιας κανονικότητας την οποία το ίδιο έχει διαλύσει εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Και αυτό γιατί η έμφαση δεν δίνεται στην ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος κυρίως από τις δυνάμεις της αριστεράς. Δεν είναι ιστορικά δουλειά κανενός άλλου παρά μόνο της αριστεράς να ανασυγκροτήσει τα συνδικάτα. Η έμφαση λοιπόν δεν δίνεται στις νέες μορφές οργάνωσης του κόσμου της μισθωτής εργασίας που επιβάλλουν οι νέες τεχνολογίες, οι εξελίξεις που θα συζητήσουμε στη συνέχεια. Αλλά σε ένα πρόγραμμα αφηρημένης κοινωνικότητας, όπου παρά τις δεσμεύσεις τις μνημονιακές μέχρι το 2059. Ω του θαύματος κάποια κυβέρνηση κοδευτική θα μπορέσει να επαναφέρει αυτά τα οποία έχουν ήδη ε ε απορυθμιστεί τις προηγούμενες τα προηγούμενα χρόνια κυρίως μετά το 2010. Εδώ νομίζω ότι πρέπει λίγο να σταθούμε και να ξανακουβεντιάσουμε. Δεν μπορεί η αριστερά να σταθεί νομίζω στο σημερινό μάλιστα περιβάλλον της ανόδου της δεξιάς και της και της ακροδεξιάς, αν δεν έχει αφενός μεν μία πιστική αφήγηση για την εργασία και δεύτερον μία έμφαση στα ζητήματα της οργάνωσης των εργαζομένων. Εδώ για να δούμε λιγάκι πώς αυτό το πράγμα επικοινωνεί και με άλλα πεδία της δημόσιας σφαίρας. Επίσης δεν είναι κατανοητό πώς είναι δυνατόν η αριστερά να κερδίσει την παραδοσιακή της πελατεία, δηλαδή τα χαμηλότερα εργασιακά στρώματα επενδύοντας στα ζητήματα των σκανδάλων, στα ζητήματα της διαφθοράς που είναι πολύ σημαντικά και στα ζητήματα των δικαιωμάτων γενικώς και στο δικαιωματισμό. Όταν θα αφήσει απ έξω την τα ζητήματα της αξιοπρεπούς εργασίας. Άρα λοιπόν εδώ νομίζω ότι χρειάζεται μία κατεπείγουσα σύγκληση και στα ζητήματα αυτά. Δεν νομίζω δηλαδή ότι μπορεί να υπάρξει σύγκληση των δυνάμεων της αριστεράς, αν δεν υπάρχει μία σύμπραξη στο πλάι των εργαζομένων κατά τη διάρκεια των αγώνων που δίνουν και δεν είναι μόνο οι food ή οι εργαζόμενοι, είναι πάρα πολλοί κλάδοι που δίνουν μάχες αυτή τη στιγμή. Πόσοι άραγε από μας πήραν έτσι υπόψη τους, έλαβαν υπόψη τους ότι την προηγούμενη Πέμπτη ψηφίστηκε ένας νόμος που αφορά την επιθεώρηση εργασίας, τη λειτουργία της επιθεώρηση εργασίας. Δεν είναι μία απλή διοικητική αρχή, είναι μία εργατική κατάκτηση. Ιστορικά αν δούμε, πολλές χώρες στο Βορά της Ευρώπης ίδρυσαν γραφεία επιθεώρησης εργασίας πριν καν συστήσουν υπουργεία εργασίας. Όταν έχεις ακόμα-ακόμα και τον πρώτο εργατικό νόμο πριν από 130 χρόνια στο Βέλγιο ή στη Γαλλία και στην Γερμανία, ήταν αυτονόητο ακόμα και για τις αυταρχικές εκείνες κυβερνήσεις ότι έστω και ένα άρθρο εργατικής νομοθεσίας, αν δεν εφαρμοστεί, αν δεν τηρηθεί η νομιμότητα στην επιχείρηση δεν έχει νόημα να ψηφιστεί. Άρα λοιπόν, πρόκειται για μία εργατική κατάκτηση, η οποία έχει αφενός μεν μεταφραστεί, μετατραπεί σε ανεξάρτητη αρχή σχετικά πρόσφατα.
[6:54]Έχουν περιοριστεί οι δυνατότητες των επιθεωρητών και των επιθεωρητριών να κάνουν τη δουλειά τους, έχουν μειωθεί πάρα πολλά πρόστιμα στο ελάχιστο και πλέον στην πραγματικότητα ο προγραμματισμός και η δράση της δεν θα εξαρτάται από τις προτεραιότητες ενός υπουργείου, όπως είναι το Υπουργείο εργασίας, αλλά από το Υπουργείο Ανάπτυξης. Μπαίνει λοιπόν δηλαδή η επιθεώρηση εργασίας σε μία λογική ελέγχου των εργασιακών σχέσεων υπό την ένεση της εξυπηρέτησης αναπτυξιακών σκοπών. Πότε θα το αναδείξει αυτό η αριστερά. Προφανώς ε είναι πολύ σημαντικό να ξεκινήσει επιτέλους και με όρους δικαιοσύνης η δίκη στα ΤΕΠΥ. Προφανώς πρέπει να πάνε φυλακή οι απατεώνες στην ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά τι θα κάνουν οι εργαζόμενοι όταν πλέον δεν έχουν ούτε την επιθεώρηση εργασίας στο πλευρό τους μέσα στο χώρο εργασίας. Τρίτο σημείο, για να μην μακρηγορώ, είναι η περαιτέρω επιδράσεις αυτής της υποχώρησης των εργασιακών δικαιωμάτων στο χώρο δουλειάς. Είναι νομίζω πολύ σαφές, αλλά χρειάζεται να το λέμε ακόμα και αν συζητάμε μεταξύ μας στο πλαίσιο της όλης αριστεράς, ότι ο νέος τύπος εργαζομένου που αναφέρθηκε και ο Διονύσης, δεν είναι απλώς ένας στόχος εργαζόμενος. Είναι ένας εργαζόμενος ασυνδικάλιστος, απομονωμένος, φοβισμένος, έχοντας ενσωματώσει όλα τα διδάγματα του αυταρχικού νεοφιλελευθερισμού για λόγους επιβίωσης στην επιχείρηση. Και για αυτό δεν επιδιώκει ο ίδιος, ακόμα κι αν μπορεί, εκεί που μπορεί, την τήρηση της νομιμότητας που τον αφορά. Ακριβώς επί επιπλέον για τις νέες γενιές, υπάρχει και αυτή η προοπτική της φτωχής συνταξιοδότησης. Μην το ξεχνάμε αυτό. Δεν εξηγείται αλλιώς το γεγονός ότι η Ελλάδα σε απόλυτα νούμερα, θα το εξηγήσω, είναι η 10η χώρα στον κόσμο σε εκροή εργαζομένων. Ε όπως έδειξε και η απογραφή του 2022 αλλά και όλες οι μετρήσεις του των Ηνωμένων Εθνών, όποιος μπορεί να εγκαταλείψει τη χώρα την εγκαταλείπει. Όποιος μπορεί να βρει δουλειά αλλού, το κάνει. Μόνο το 2024, με περσινά στοιχεία δηλαδή των των Ηνωμένων Εθνών, εγκατέλειψαν τη χώρα 160.000 εργαζόμενοι. Α αυτούς πρέπει να τους προσθέσουμε σε περίπου 600.000 που έφυγαν από τη χώρα από το 11 ως το 21. Σε σχέση με τον πληθυσμό της χώρας, γιατί η Ελλάδα με βάση τον αριθμό αυτόν των 159.000, 160.000 αποχωρήσεων πέρσι είναι στη 10η θέση παγκοσμίως. Με βάση τον πληθυσμό της χώρας, γιατί δεν είναι το ίδιο να φεύγεις, να φύγουν 160.000 από το Μπαγκλαντές και το ίδιο να φεύγουν 160.000 από την Ελλάδα. Η Ελλάδα είναι στην δεύτερη θέση. Η Ελλάδα δηλαδή, εάν συνεχίσουμε με αυτές τις λογικές, υπάρχει κίνδυνος να έχει το 2050 με το μεσαίο σενάριο μόνο 7,5 με 8.000 εκατομμύρια κατοίκους. Και αν μάλιστα σε αυτό συνυπολογίσουμε ότι δεν φεύγουν μεγάλες ηλικίες άνθρωποι, αλλά άνθρωποι του ενεργού πληθυσμού αυτό, ξέρετε ότι είναι μία βόμβα, έτσι μία χειροσείνα στις βάσεις του ασφαλιστικού συστήματος. Άρα λοιπόν, ένας εργαζόμενος ο οποίος δεν έχει τη δυνατότητα, δεν έχει την προοπτική της λογικής απάντησης για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας, είναι ένας εργαζόμενος ο οποίος έχει ενσωματώσει τον αυταρχισμό και σε άλλες φέρες του δημόσιου βίου. Δεν είναι δυνατόν να πιστεύουμε ότι ένας εργαζόμενος που υποχωρεί μέσα στους χώρους δουλειάς, μπορεί εκτός αυτών να έχει ζητήματα ε καταπολέμησης του ρατσισμού, ισότητας φίλων και τα λοιπά. Γι αυτό ακριβώς το λόγο και πάρα πολλές μελέτες, ιδίως στη Γαλλία δείχνουν ότι σε συγκεκριμένες θέσεις απασχόλησης και σε συγκεκριμένες συνθήκες εργασίας, η συσχέτιση με την ψήφιση στην ακροδεξιά ή με την αποχή είναι ευθεία. Άρα λοιπόν, όσο πιο υποβαθμισμένες είναι οι συνθήκες εργασίας, όσο πιο απομονωμένος και ασυνδικάλιστος είναι ένας εργαζόμενος, τόσο πιο εύκολα προσχωρεί στο μίσος, στο ρατσισμό, στην ξενοφοβία και στα διδάγματα της δεξιάς και της ακροδεξιάς που πηγαίνει από το καλώς στο καλύτερο σε όλη την στην την Ευρώπη. Άρα λοιπόν, τα ζητήματα τα οποία έχουν να κάνουν με την εργασία, εκτός του ότι είναι ταυτότικά για την αριστερά, μπορούν ή δεν μπορούν να εγγυηθούν και μία άλλη κοινωνία γενικότερα και μία άλλη, θα λέγαμε συνθήκη απέναντι σε έναν αυταρχικό νεοφιλελευθερισμό, που στην Ελλάδα έχει ευρυθεί τα τελευταία χρόνια. Κλείνω αν έχω ένα λεπτό. Με ένα σχόλιο σε σχέση με την κατάσταση την πολιτειακή της της χώρας, γιατί δεν ακούω συχνά τέτοιες συζητήσεις στις τάξεις της αριστεράς. Ε Δεν κατατάσσεται τυπικά η Ελλάδα στις αναλέφτερες δημοκρατίες. Όταν θα μιλήσουμε για liberal democracy, για αναλέφτερες δημοκρατίες, για αυταρχικές δημοκρατίες, ο κόσμος ο νόμος πηγαίνει στην Κροατία, στην Ουγγαρία, στην Πολωνία και τα λοιπά. Η Ελλάδα παραδόξως, κατά την άποψή μου, δεν κατατάσσεται σε αυτές τις χώρες. Ωστόσο, αν συγκρίνει κανείς όλα όσα έλεγε πριν ο Διονύσης, τους δείκτες δηλαδή υποχώρηση των εργασιακών δικαιωμάτων σε αυτές τις αναλέφτερες δημοκρατίες με την Ελλάδα, θα βρει ότι η Ελλάδα έχει υποχωρήσει στα κοινωνικά δικαιώματα πολύ περισσότερο από όλες αυτές μαζί. Άρα, μισθούς, ωράρια και ούτω καθεξής. Μπορούμε να δώσουμε πάρα πολλά νούμερα στην συνέχεια. Ε Η αριστολογική αυτονομία. Ζητήματα που πρέπει με βάση το Σύνταγμα της Ελλάδος, το άρθρο 22 και 23, να αποτελούν αντικείμενο συλλογικών συμβάσεων. Κυρίως ο χώρος εργασίας που έχει μπει τώρα στο στόχαστρο των ελίτ στη χώρα μας, είδαμε ότι έχουν απορυθμιστεί την προηγούμενη διετία, ενόσω υποτίθεται εκκρεμούσε η υιοθέτηση της Ευρωπαϊκής οδηγίας για τους επαρκείς κατώτατους μισθούς. Δηλαδή ενώ υπήρχε μία σαφής, για λόγους που μπορούμε να κουβεντιάζουμε μετά αν θέλετε, σαφής προτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης για ένα πλαίσιο ρύθμισης των όρων εργασίας, κυρίως μέσα από ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις, στην Ελλάδα είχαμε εργασία κατά την 6η ημέρα, δεκατριάωρο ακόμα και σε δύο εργοδότες. Είχαμε δηλαδή απορρύθμιση, το τετράωρο, το δεκάωρο και τα λοιπά της διευθέτησης του χώρου εργασίας του νόμου Κεραμέως και ούτω καθεξής. Δηλαδή δεν σεβάστηκαν ούτε την ανάγκη να τηρηθεί η Ευρωπαϊκή νομοθεσία όταν πλέον το σύνταγμα βεβαίως έχει γίνει κουρελόχαρτο και σε σχέση με την συλλογική αυτονομία. Άρα λοιπόν, όταν υπάρχει τέτοια αποσυνταγματοποίηση, αποθεσμοποίηση των θεμελιωδέστερων κανόνων της εργασίας, πώς είναι δυνατόν να προσδοκάμε ότι την επόμενη μέρα ο πληθυσμός αυτός, οι εργαζόμενοι, οι τιμημένοι συνδικαλιστές, οι απομονωμένοι εργαζόμενοι θα υιοθετήσουν και τα υπόλοιπα προτάγματα της αριστεράς, για ισονομία, για ισότητα και για ειρήνη. Με αυτές λοιπόν τις τις σκέψεις, θα ήθελα και εγώ ξανά να σας ευχαριστήσω για την πρόσκληση και νομίζω ότι η συζήτηση θα μας βοηθήσει να βάλουμε κι άλλα ζητήματα που πιθανόν παρέλειψα. Ευχαριστώ. Ευχαριστούμε.



